Mostrando entradas con la etiqueta Isocrates. Mostrar todas las entradas
Mostrando entradas con la etiqueta Isocrates. Mostrar todas las entradas

jueves, 5 de mayo de 2011

Ισοκράτης (2)

Ισοκράτης, Περί Ειρήνης 1-2 και 14-16.
Ο Ισοκράτης στο προοίμιο του λόγου του Περί Ειρήνης έχει να αντιμετωπίσει τόσο την τετριμμένη συνήθεια της αναφοράς στη σπουδαιότητα του θέματος στην αρχή των λόγων, όσο και την αρνητική στάση των Αθηναίων απέναντι στην πρότασή του για ειρήνη, οι οποίοι παρέμεναν σταθεροί στην ιδέα της συμμαχίας-ηγεμονίας, καθώς τους εξασφάλιζε οφέλη (πόροι, κληρουχίες, εξουσία). Ξεκινά δηλώνοντας πως γνωρίζει πως όλοι συνηθίζουν να τονίζουν τη σπουδαιότητα του θέματος που θα τους απασχολήσει, προκειμένου να εξασφαλίσουν το ενδιαφέρον του κοινού τους. Επιλέγει όμως και αυτός να τονίσει τη σπουδαιότητα του θέματος για το οποίο θα μιλήσει και δικαιολογεί τη σπουδαιότητα αυτή από το γεγονός ότι το υπό συζήτηση θέμα αφορά στην ειρήνη και τον πόλεμο, πράγματα τα οποία επηρεάζουν πολύ την ανθρώπινη ζωή. Επιπλέον, ενισχύει τη σπουδαιότητα του θέματός του εξαρτώντας το ευ πράττειν (την ευημερία), το οποίο θα συνδέσει αργότερα με την ειρήνη, με το ορθώς βουλεύεσθαι στην παρούσα περίσταση. Εδώ θα πρέπει να πούμε πως ο λόγος του Ισοκράτη δεν εκφωνήθηκε πραγματικά ενώπιον ακροατηρίου αλλά ο ρήτορας επιδιώκει να μας δημιουργήσει την εντύπωση αυτή αναφερόμενος στον τόπο, τον χρόνο και στις περιστάσεις της εκφώνησης του λόγου.
Για να αντιμετωπίσει στη συνέχεια (14) τη αρνητική προδιάθεση του ακροατηρίου του απέναντι στην πρότασή του, ο Ισοκράτης χρησιμοποιεί τον κοινό τόπο της απαίτησης για παρρησία στην Εκκλησία του Δήμου, επιχειρώντας έτσι να προλάβει ενδεχόμενες αντιδράσεις. Ταυτόχρονα, αποφασίζει να μην κολακέψει το ακροατήριο, αλλά να το επικρίνει, καθώς θεωρεί ότι οι Αθηναίοι δίνουν ελευθερία λόγου στους δημαγωγούς και τους κωμικούς ποιητές, αναφερόμενος προφανώς στην Παλαιά Κωμωδία του Αριστοφάνη. Ισχυρίζεται μάλιστα πως το ακροατήριο είναι αρνητικά διατεθειμένο σε όσους θέλουν να συμβουλεύσουν και να ευεργετήσουν την πόλη, ενώ ακούει ευχάριστα όσους την κακολογούν στους υπόλοιπους Έλληνες. Αντιδιαστέλλοντας έντονα το δικό του ήθος στο ήθος των άλλων ρητόρων και παρά το γεγονός ότι γνωρίζει πως είναι δύσκολο να αντιταχθεί κανείς στην κοινή γνώμη, δηλώνει πως θα μιλήσει με παρρησία τόσο για το θέμα που συζητείται όσο και για τις προϋποθέσεις που θα πρέπει να υπάρξουν προκειμένου να μπορέσει να υλοποιηθεί η πρότασή του (παραίτηση από πολιτική θαλασσοκρατίας, αναδιοργάνωση γενικότερα της πολιτικής και των οικονομικών της Αθήνας).
Εμφατικά εισηγείται τη σύναψη ειρήνης με όλες ανεξαιρέτως τις πλευρές και όχι μεμονωμένα με τους αποστάτες του Συμμαχικού πολέμου, όπως προφανώς εισηγούνταν ο Εύβουλος. Επίσης, προτείνει την εφαρμογή της ειρήνης του 374 π.Χ. με τον βασιλιά Αρταξέρξη, η οποία αναφέρεται στον Διόδωρο τον Σικελιώτη (15.38) και μοιάζει να επαναλαμβάνει τους όρους της Ανταλκιδείου Ειρήνης (387 π.Χ.), συνθήκης που έπληττε τα συμφέροντα της Αθήνας (βλ. επιγραφή στην εικόνα). Η συνθήκη αυτή όριζε να είναι αυτόνομες οι πόλεις, να φύγουν οι ξένες φρουρές και να διοικεί ο καθένας τη δική του χώρα, ευνοώντας την Αθήνα σε σχέση με τη Θήβα.
Ο Ισοκράτης, όπως φαίνεται, προσπαθεί να αποτρέψει τους Αθηναίους από την πολιτική της ηγεμονίας και της διατήρησης της θαλασσοκρατίας κατά τα πρότυπα του παρελθόντος, καθώς πιστεύει ότι η αλαζονική συμπεριφορά τους θα ξαναεκδηλωθεί και πάλι θα οδηγηθούν οι πόλεις σε συγκρόυσεις. Πίστευε πλέον πως η αυτονομία, οι διπλωματικές διευθετήσεις των διαφορών και η ειρήνη είναι οι όροι που συμφέρουν την Αθήνα, που θα συμβάλουν στην ευημερία της και πως αυτοί αποτελούν την προϋπόθεση για τη συνένωση των Ελλήνων με στόχο την διοργάνωση της εκστρατείας κατά των Περσών. Τη δικαιοσύνη, την των ιδίων επιμέλεια και την ησυχία (και όχι τις τακτικές της πολυπραγμοσύνης, της αδικίας και της των αλλοτρίων επιθυμίας που προβάλλονταν από τους οπαδούς του δόγματος της ηγεμονίας), επιχειρεί τώρα να προβάλει ως αξίες που εξασφαλίζουν το καλό της πόλης (25-26).

Παναγιώτης, Β' Λυκείου

sábado, 9 de abril de 2011

Ισοκράτης (1)

Ο Ισοκράτης γεννήθηκε στην Αθήνα το 436 π.Χ και πέθανε το 338 π.Χ. Ο πατέρας του ήταν εύπορος και το γεγονός αυτό του έδωσε την ευκαιρία να διδαχτεί τη ρητορική από φημισμένους δασκάλους.
Αναγκάστηκε να ασκήσει το επάγγελμα του λογογράφου για να βγάλει τα προς το ζην μετά τον Πελοποννησιακό πόλεμο αλλά ο ίδιος μάλλον δεν παρουσιάστηκε ποτέ μπροστά στο κοινό προκειμένου να δημηγορήσει. Στη συνέχεια ίδρυσε τη δική του ρητορική σχολή, στην οποία φοίτησαν και ευυπόληπτοι Αθηναίοι, όπως ο Τιμόθεος και ο Υπερείδης.
Η διδασκαλία του αποσκοπούσε κυρίως στην ανάπτυξη των ικανοτήτων των μαθητών του σε θέματα πρακτικής εφαρμογής.
Ο Ισοκράτης υπήρξε κύριος εκφραστής της Πανελλήνιας ιδέας, δηλαδή της ιδέας της συνένωσης όλων των Ελλήνων και της οργάνωσης μιας πανελλήνιας εκστρατείας εναντίον των Περσών. Όταν ο Ισοκράτης αντελήφθη πως η Αθήνα δεν θα μπορούσε να παίξει τον ηγετικό ρόλο στο πανελλήνιο όραμά του, το οποίο είχε διατυπώσει στον Πανηγυρικό του λόγο, τότε στράφηκε άλλους επιφανείς άνδρες της εποχής, όπως π.χ. τον Ιάσονα των Φερών και τον Διονύσιο Α’ των Συρακουσών, χωρίς επιτυχία. Τέλος, στράφηκε στον Φίλιππο Β' αλλά δεν πρόλαβε να δει το έργο του Μ. Αλεξάνδρου, ο οποίος βέβαια υπερακόντισε κατά πολύ και από πολλές απόψεις το όραμα του Ισοκράτη.

Ο περί Περί Ειρήνης λόγος

Το 378 π.Χ. συγκροτείται η Β’ Αθηναϊκή Συμμαχία με έδρα την Αθήνα με στόχο να αντιμετωπίσει τη Σπάρτη, η οποία όμως σύντομα έπαψε να κινείται επιθετικά. Οι σύμμαχοι όφειλαν και αυτή τη φορά να καταβάλλουν οικονομικές εισφορές και σε αυτήν τη συμμαχία, ενώ οι Αθηναίοι στρατηγοί Χαβρίας και Τιμόθεος, ο γιος του Κόνωνα, δρουν δυναμικά στο πλαίσιό της. Γρήγορα όμως η Αθήνα εμφανίζει ξανά ηγεμονικές τάσεις και έτσι πάλι αναπτύσσονται αντιαθηναικά αισθήματα στους συμμάχους.
Τα νησιά Ρόδος, Χίος και Κως αποστατούν από τη Β’ Αθηναϊκή συμμαχία υποκινούμενα από τον σατράπη της Καρίας Μαύσωλο. Ο Συμμαχικός πόλεμος (357-355 π.Χ.) θα σημάνει ουσιαστικά το τέλος της Β' Αθηναϊκής Ηγεμονίας.
Ο λόγος του Ισοκράτη περί ειρήνης είναι ένας συμβουλευτικός λόγος, ο οποίος δεν εκφωνήθηκε ποτέ, παρά το γεγονός ότι ο ρήτορας στο κείμενό του φροντίζει να μας δώσει την εντύπωση πως ο λόγος εκφωνήθηκε στην εκκλησία του δήμου. Κυκλοφόρησε ως πολιτικό φυλλάδιο μάλλον στις αρχές του Συμμαχικού πολέμου και ίσως πριν από τη ναυμαχία στα Έμβατα (λιμάνι των Ερυθρών) όπου οι Αθηναίοι υπέστησαν ήττα.
Με τον λόγο του αυτόν ο Ισοκράτης προτρέπει τους Αθηναίους να μη προχωρήσουν στον πόλεμο κατά των συμμάχων αλλά να συνάψουν γενική ειρήνη, να αναδιοργανώσουν τα οικονομικά της πόλης τους, χωρίς να βασίζονται στα οφέλη της Συμμαχίας, και να αρκεστούν σε αυτά που τους ανήκουν, πράγμα το οποίο θεωρεί δίκαιο και προϋπόθεση για την ασφάλεια, την ευημερία και την καλή φήμη της πόλης. Ουσιαστικά ζητά να εφαρμόσει η πόλη μάλλον τη συνθήκη του 374 π.Χ., η οποία αναφέρεται από τον ιστορικό Διόδωρο (15.38) και η οποία επαναλαμβάνει τους όρους της Ανταλκιδείου Ειρήνης (387 π.Χ.), προβάλλοντας το θέμα της αυτονομίας των πόλεων, χωρίς όμως να γίνεται μνεία στις πόλεις της Μ. Ασίας και χωρίς να ευνοείται η Θήβα.
Αξίζει να σημειώσουμε πως ίσως περί τα 374 π.Χ. στήθηκε στην αγορά της Αθήνας άγαλμα της θεάς Ειρήνης, η λατρεία της οποίας καθιερώθηκε την εποχή εκείνη, η οποία σαν μητέρα κρατά στο χέρι της τον Πλούτο, έργο του γλύπτη Κηφισόδοτου. Ρωμαϊκό αντίγραφο του έργου αυτού βρίσκεται στη Γλυπτοθήκη του Μονάχου (βλ. φωτογραφία).


Παναγιώτης και Βάσω, Β' Λυκείου